Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Εμένα οι φίλοι μου

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς
Κάνουν ό,τι λάχει
Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών
Φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
Αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
(x2)

Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη
Που πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας
Αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά κοστούμια, σημάδια από κάφτες
περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές
Κολπίτιδες...
Ερωτεύονται ομοφυλόφιλους...
Κρυπτομονάδες...
Καθυστέρηση...
Το τηλέφωνο...
Σπασμένα γυαλιά...
Το ασθενοφόρο...
Κανείς...

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
(x2)

Κάνουν ό,τι λάχει
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
Γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Οι φίλοι μου ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα
Γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
Γράφουν σε συνθηματική γλώσσα
Γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Και σύρματα
Στο λαιμό σας
Στα χέρια σας
Οι φίλοι μου...

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
(x2)



Για μένα, που μέχρι προχθές, δεν ήξερα ποια είναι η Κατερίνα Γώγου και ότι αυτό το τραγούδι, που το λατρεύω, είναι ένα μελοποιημένο δικό της ποίημα...

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Γέλιο

Μιας και όλα πάνε καλά σήμερα (χτες δηλαδή, μιας και το σήμερα έγινε ήδη χτες...), είπα να αφήσω στις αράδες ετούτες κάποιες σκέψεις που με βασανίζουν χρόνια...

Γενικότερα, έχω βασανιστεί πάρα πολύ από τις σκέψεις μου! Με χτυπάνε τρις καθ' εκάστην, πρωί, μεσημέρι και βράδυ με σαράντα βουρδουλιές στην πλάτη!

Και ως βασανισμένος άνθρωπος που είμαι, θέλω να μοιραστώ την ιστορία του γέλιου.

Όσοι άνθρωποι με γνωρίζουν θα νομίζουν ότι γελώ συχνά και ότι κάθε πρωί πίνω ένα μπουκάλι χαμογελέξ και βγαίνω έξω! Είναι ωραίο να χαμογελάς! Σου φτιάχνει τη μέρα! Φτιάχνει τη μέρα των άλλων! Ομορφαίνει τον κόσμο γύρω μας...

Όσοι άνθρωποι με γνωρίζουν καλά, θα ξέρουν ότι γελώ σπάνια. Το πραγματικό, το πηγαίο γέλιο θέλει μια ευτυχία που εγώ δεν έχω κατακτήσει ακόμα. Και είναι ελάχιστες οι στιγμές εκείνες που μπορώ να ακουμπήσω ψύγματά της και να γελάσω.

Το εντυπωσιακό είναι πώς όλοι έχουν δίκιο! Γελάω συνεχώς και σπάνια. Γενικότερα έχω μια παράξενη σχέση με το γέλιο... Ερωτική...

Και αυτή είναι η ιστορία που θέλω τελικά να διηγηθώ. Το πώς απέκτησα τη σχέση αυτή με το γέλιο.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Κάνεις πια δε θυμάται πόσα. Ίσως 5, ίσως 6 αλλά στην περίπτωση αυτή ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Είναι μια νύχτα ενός Νοέμβρη σαν και τούτου, ταραγμένου και παράξενου, σε ένα μικρό σπίτι στου Ζωγράφου, καθόμαστε για ώρα απέναντι, μιλάμε χωρίς λόγια. Κάποια στιγμή, Εκείνη μου λέει "δε μου γελάς πια...". Σάστισα. Πάγωσα. Είχε δίκιο. Απρόσμενη κουβέντα, αλλόκοτο το ρήμα αλλά και πάλι Εκείνη δεν ήταν ποτέ προβλέψιμη. Είχε δίκιο. Μέσα στον αχό των δικών μου προβλημάτων, είχα πάψει να της γελάω.
Μια μέρα εκείνου του Νοέμβρη, έκλεισε την πόρτα φεύγοντας και το τελευταίο πράγμα που μου είπε ήταν "Να γελάς...".

Αλλά επειδή σπάνια μπορώ να γελάω, προσπαθώ να γελάω όσο πιο συχνά γίνεται. Και κυρίως, προσπαθώ να προκαλέσω το γέλιο στο πρόσωπο των ανθρώπων που έχω απέναντί μου. Θέλω να βλέπω χαμόγελα γύρω μου. Γιατί πονάει πολύ να σου στερούν το χαμόγελο. Είναι βίαιο. Είναι άδικο.

Γι' αυτό την επόμενη φορά που θα με δεις, χαμογέλα μου... Στο γέλιο σου, βρίσκω τον εαυτό μου... Στο γέλιο σου, πολλές φορές, θυμάμαι Εκείνη. Και γελώ κι εγώ πραγματικά.

Ελπίζω να γελάς εκεί που είσαι... Με την καρδιά σου... Με την καρδιά μου...

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Γιουσουρούμ

Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες
και μεντεσέδες κρατάνε τη γη
γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες
και στον κουβά τους αράζεις εσύ
αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή
αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί
και η ελπίδα μας έχει θαφτεί
σαν τον Ντορή μέσ' στο παχνί.

Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα
μ' ένα τικ τακ μου ματώνει τ' αυτιά
όλα με πρόγραμμα όλα με σχέδιο
πρωτοκολλήσανε τον έρωτα
και θες να πετύχω με μια μπαταριά
χίλια φλουριά, χίλια φλουριά
για να σου χαρίσω μαντάτα καλά
να 'χεις αγάπη μου λεφτά.

Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους
και μουρουνόλαδο για τα παιδιά
κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους
και θυσιάστηκες πατριωτικά
σου στέλνω μύνημα μ' ένα ταμ ταμ
να μαγειρεύεις με βιτάμ
κι ήσουνα γόησα κι έκανες μπαμ
κι εγώ σε ψάχνω στο χαμάμ.

Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας
στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή
συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του
κι η φαντασία μας έχει χαθεί
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνα
και τα μεγάφωνα στη διαπασών
χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα
κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν
ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ
ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

Ω εποχή μού θυμίζεις τον Καίσαρα
κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν
κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα
τα τροχοφόρα με προσπερνούν
φεύγω να πάω να βρω στο Μπανκόγκ
τον σύντροφό μου τον Κινκ-Κονκ
μές στο μυαλό μου βαράνε τα γκόγκ
μοιάζω με μπάλα του πινκ-πογκ

Μας εκτελούνε με σφαίρες ντούμ-ντούμ
σφαίρες ντούμ-ντούμ, σφαίρες ντούμ-ντούμ
κι εμείς ξεπουλιώμαστε στο γιουσουρούμ
ταρατατατζούμ για ένα κουστούμ.



Tribute to a legend...

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Όχι πια έρωτες

Ένα μελωδικό και καταθλιπτικό τραγούδι από τους Κόρε.Ύδρo.



Πού να 'σαι αλήθεια, το βράδυ αυτό...

Εφηβεία

Ο Πυθαγόρας είπε και απέδειξε ότι "συντομοτέρα πάντων των οδών η ευθεία". Δυστυχώς ή ευτυχώς η ζωή των ανθρώπων δεν ακολουθεί την ευθεία οδό και αυτό διότι διαφορετικά θα ήταν πολύ σύντομη...

Ίσως το έχεις ακούσει κι εσύ, "αυτός ο κύκλος της ζωής σου, έκλεισε"... Έτσι το άκουσα κι εγώ... Και η δική μου ζωή έχει κλείσει πλέον δύο μεγάλους κύκλους.

Ο ένας έκλεισε λίγο πριν τα 18. Το λύκειο τελείωσε. Οι πανελλήνιες τελείωσαν. Το καλοκαίρι πέρασε. Και έναν αρρωστιάρη Σεπτέμβρη, βρέθηκα στις 6 το πρωί στο Μοναστηράκι, νύχτα ακόμα, μόνος στη μεγάλη πόλη, να ψάχνω ταξί για το Παγκράτι και τη φοιτητική ζωή. Φοβόμουν; Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι. Αργότερα κατάλαβα ότι θα 'πρεπε να φοβόμουν. Η εφηβεία έδωσε τη σκυτάλη στη φοιτητική ζωή.

Τα χρόνια περάσαν. 5 τον αριθμό. Εν μία νυκτί, κυριολεκτικά, ανέβηκα από την Κρήτη στην Αθήνα, έδωσα εκείνο τον Ιούνη το τελευταίο μάθημα, είχα ήδη παραδώσει τη διπλωματική ένα μήνα πριν, και αναγορεύτηκα διπλωματούχος του ΕΜΠ. Οποία τιμή. Αλλά τα πράγματα έγιναν πολύ γρήγορα. Και δεν πρόλαβα. Δεν το κατάλαβα. Από τη μια μέρα ως την άλλη, δεν είσαι πλέον φοιτητής, είσαι διπλωματούχος. Τι είσαι; Και τι είναι αυτός ο διπλωματούχος δηλαδή; Τι κάνει;

Ο κύκλος έκλεισε και πάλι. Αλλά εγώ δεν πρόλαβα να βγω έξω. Δεν ήξερα που να πάω. Και εγκλωβίστηκα... Ο εγκλεισμός στον κύκλο κράτησε ένα χρόνο. Μια ενδιάμεση κατάσταση. Όπως είναι όταν είσαι σε κώμα. Δεν ξέρεις αν ζεις ή αν πέθανες. Και το ψάχνεις.

Κάποια στιγμή τον έσπασα τον κύκλο και βγήκα έξω. Ξύπνησα. Αλλά επειδή έχασα το δρόμο, είπα να ξαναπιάσω το μίτο από κει που ήξερα ότι τον είχα αφήσει. Από την εφηβεία. Από την αφέλεια εκείνου του καιρού. Κι έτσι είμαι πάλι πίσω κάπου στα 17. Και το ψάχνω. Και αμφιβάλλω. Και ρωτώ. Και αναζητώ. Και βρίσκω. Και χάνω.

Έχει πλάκα να είσαι 17.