Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Τα βαθυστόχαστα

Ζουν σ' ένα σπίτι ένας πατέρας με το γιο του.
Κι έχουν για κατοικίδιο ένα περιστέρι.

Βγαλε συμπέρασμα!
Χρόνια πολλά!

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Στο μεγάλο μας τσίρκο

"Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω..."

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης εγκατέλειψε άπαξ το μάταιο ετούτο κόσμο την περασμένη εβδομάδα και κηδεύτηκε εχτές στο Β' Νεκροταφείο Αθηνών. Εκτός από θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Καμπανέλλης ήταν και εκλεγμένος ακαδημαϊκός από το 1999, στην Έδρα της Θεατρικής Δραματουργίας της Τάξης των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών. Παρόλα αυτά, η κηδεία του πραγματοποιήθηκε ιδία δαπάνη από το ταπεινό Β' και ο θάνατός του πέρασε κάπως στα ψιλά, όταν δύο μήνες πριν ο Μ. Έβερτ κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

Ο Καμπανέλλης ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, άνθρωπος του μόχθου, αγωνιστής, χωρίς πολλές πολλές φανφάρες. Απ' αυτούς που κάνανε τον καθημερινό τους αγώνα ήσυχα, χωρίς να το διατυμπανίζουν, προσπαθώντας να αλλάξουν τον κόσμο που ζουν, διορθώνοντας σιγά-σιγά το μικρόκοσμό τους, καυτηριάζοντας τα κακώς κείμενα μέσα από τη δουλειά τους, κάνοντας μια σιωπηλή καθημερινή επανάσταση. Γι' αυτούς τους λόγους και ο θάνατός του πέρασε στα ψιλά. Γιατί ήταν πραγματικός, ουσιαστικός επαναστάτης χωρίς ταυτόχρονα να το προβάλει.

Όσον αφορά το γράφοντα, από το έργο του Καμπανέλλη ξεχωρίζω τη στιγμή που εκείνος επέλεξε να ανταποκριθεί στο μεγάλο χρέος της δημοκρατίας. Είναι "Το μεγάλο μας τσίρκο". Ιούνης 1973, η χούντα των συνταγματαρχών είναι ακόμα κραταιά. Ούτε εισβολή στην Κύπρο, ούτε Πολυτεχνείο ακόμα. Αντιφρονούντες ψαρεύουν αστακούς στη Μακρόνησο (κατά δήλωση του Παττακού) και άλλοι βασανίζονται στις εγκαταστάσεις της ΕΣΑ, εκεί δίπλα στην Αμερικανική πρεσβεία, πίσω από το Μέγαρο Μουσικής, πίσω από πολλά δέντρα, μπας και ξεχάσεις επιτέλους που βρίσκονται. Και μέσα σ' αυτές τις φωτεινές μέρες, ο Καμπανέλλης θα βάλει την Καρέζη και τον Ψαρονίκο να τραγουδήσουν:

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι
κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες πούχεις κάνει δεν φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.
Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.



Αλλά δυστυχώς είναι πολύ επίκαιρο, λες και γράφτηκε χτες για να περιγράψει το σήμερα. Κι έτσι δε νομίζω να το άκουσες πουθενά αυτές τις μέρες, ούτε στην τηλεόραση, ούτε στο ραδιόφωνο...


"Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
'να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

Παρά προστάτας 'νάχωμεν."
Ωδαί, Α. Κάλβου