Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις


Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα

Τίτος Πατρίκιος

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Επιφάνια 1937

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογισθώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.



νοσταλγία < αρχ. ελλ. νόστος (=επιστροφή) + άλγος (=πόνος). Είναι δηλαδή ο πόνος που προκαλείται από την ανικανοποίητη λαχτάρα του γυρισμού.

Στους νοσταλγούς λοιπόν...


Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Καλοκαίρι 2012

Οι καλοκαιρινές διακοπές έλαβαν τέλος. Το συμπέρασμα αυτών:

Η μοναξιά είναι βίωμα, όχι γεγονός.

Ακόμα κι αν είσαι ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους, αν δεν είσαι με τους ανθρώπους που θες, πάλι μόνος σου είσαι.

Καλό φθινόπωρο. Ακολουθεί πάντα μετά το καλοκαίρι.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Τ' όνομά μου είναι Ελένη


Στο "Λιβάδι που δακρύζει", ο Αγγελόπουλος βάζει την Ελένη να πει μέσα σε ένα παραλήρημα τα παρακάτω:

"Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...
Αλλάζουν οι στολές... Φοράς γκρίζα, φύλακα;... Φύλακα, φοράς μαύρα;...
Το όνομά μου είναι Ελένη.
Είμαι εδώ για περίθαλψη αντικαθεστωτικού.

Πού με πάτε τώρα;

Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...
Αλλάζουν οι στολές... Πράσινη ο Γερμανός... Είσαι Γερμανός, φύλακα;
Τ’ όνομά μου είναι Ελένη.
Είμαι εδώ για απόκρυψη αντιστασιακού.

Πού με πάτε τώρα;

Ήμουνα κι εγώ το Δεκέμβρη του '44 στην πλατεία που γιόρταζε την Απελευθέρωση.

Πού με πάτε τώρα;

Αλλάζουν οι στολές... Είσαι Εγγλέζος, φύλακα;
Πόσο κάνει η σφαίρα; Πόσο το αίμα;
Όλες οι στολές ίδιες, φύλακα...
Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...

Πού με πάτε τώρα;

Τ’ όνομά μου είναι Ελένη. Είμαι εδώ για απόκρυψη τραυματία αντάρτη.

Ναι, φύλακα! Είμαι εξόριστη. Είμαι πρόσφυγας και εξόριστη από παντού... Ένα κορίτσι τριών χρονών που κλαίει στην προκυμαία...

Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου..."

Πολλά θέλω να πω μα δε θα πω τίποτα. Η Ελένη, μέσα στο παραλήρημα της, κατάφερε να περιγράψει τριάντα χρόνια νεοελληνικής ιστορίας. 

"Είμαι πρόσφυγας και εξόριστη από παντού..."

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Προκόβουμε καταπληκτικά

Δύο χρόνια μετά την "εθνοσωτήριο", δύο χρόνια πριν από το θάνατό του, ο Σεφέρης, έχοντας απόσχει ως τότε από κάθε δημοσίευση, κάνει στο BBC την ακόλουθη δήλωση:

«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα· εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου - δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία - έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.

Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι' αυτό τον κίνδυνο. 'Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Αναγνωστάκης Μανόλης: Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Τα βάσανα της Άνοιξης

"Ώρες μας έπαιρνε τ'αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη, κι εμείς ακούγαμε τις φω­νές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν, και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο, γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετρο­πόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι, το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαη­δούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: 

- Σώπα, δάσκαλε, φώναξε, σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Τετελεσμένα


Κάποια στιγμή, οι άνθρωποι φεύγουν.
Και μένεις μόνος, με τις συγγνώμες σου να λιμνάζουν στο βάλτο των ενοχών σου.
Κι εκείνα τα ανείπωτα λόγια να βουλιάζουν στον ωκεανό της μοναξιάς.

Τα σκέφτηκες, θέλησες να τα πεις, μα το μετάνιωσες.
Πλεόν, το δικαίωμα της μετάνοιας έχει ανακληθεί. Ανεπιστρεπτί.
Και μόνος πια, αυτοκτονείς στη γκιλοτίνα των αναμνήσεων.

--

Αυτά τα ανείπωτα λόγια με τρομάζουν περισσότερο κι από την ίδια την απώλεια.
Τα ουσιαστικά περιγράφονται με πολύ απλές φράσεις.
"Συγγνώμη", "Σ' αγαπώ", "Ευχαριστώ".