Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Καλοκαίρι 2012

Οι καλοκαιρινές διακοπές έλαβαν τέλος. Το συμπέρασμα αυτών:

Η μοναξιά είναι βίωμα, όχι γεγονός.

Ακόμα κι αν είσαι ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους, αν δεν είσαι με τους ανθρώπους που θες, πάλι μόνος σου είσαι.

Καλό φθινόπωρο. Ακολουθεί πάντα μετά το καλοκαίρι.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Τ' όνομά μου είναι Ελένη


Στο "Λιβάδι που δακρύζει", ο Αγγελόπουλος βάζει την Ελένη να πει μέσα σε ένα παραλήρημα τα παρακάτω:

"Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...
Αλλάζουν οι στολές... Φοράς γκρίζα, φύλακα;... Φύλακα, φοράς μαύρα;...
Το όνομά μου είναι Ελένη.
Είμαι εδώ για περίθαλψη αντικαθεστωτικού.

Πού με πάτε τώρα;

Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...
Αλλάζουν οι στολές... Πράσινη ο Γερμανός... Είσαι Γερμανός, φύλακα;
Τ’ όνομά μου είναι Ελένη.
Είμαι εδώ για απόκρυψη αντιστασιακού.

Πού με πάτε τώρα;

Ήμουνα κι εγώ το Δεκέμβρη του '44 στην πλατεία που γιόρταζε την Απελευθέρωση.

Πού με πάτε τώρα;

Αλλάζουν οι στολές... Είσαι Εγγλέζος, φύλακα;
Πόσο κάνει η σφαίρα; Πόσο το αίμα;
Όλες οι στολές ίδιες, φύλακα...
Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...

Πού με πάτε τώρα;

Τ’ όνομά μου είναι Ελένη. Είμαι εδώ για απόκρυψη τραυματία αντάρτη.

Ναι, φύλακα! Είμαι εξόριστη. Είμαι πρόσφυγας και εξόριστη από παντού... Ένα κορίτσι τριών χρονών που κλαίει στην προκυμαία...

Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου..."

Πολλά θέλω να πω μα δε θα πω τίποτα. Η Ελένη, μέσα στο παραλήρημα της, κατάφερε να περιγράψει τριάντα χρόνια νεοελληνικής ιστορίας. 

"Είμαι πρόσφυγας και εξόριστη από παντού..."

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Προκόβουμε καταπληκτικά

Δύο χρόνια μετά την "εθνοσωτήριο", δύο χρόνια πριν από το θάνατό του, ο Σεφέρης, έχοντας απόσχει ως τότε από κάθε δημοσίευση, κάνει στο BBC την ακόλουθη δήλωση:

«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα· εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου - δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία - έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.

Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι' αυτό τον κίνδυνο. 'Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Αναγνωστάκης Μανόλης: Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Τα βάσανα της Άνοιξης

"Ώρες μας έπαιρνε τ'αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη, κι εμείς ακούγαμε τις φω­νές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν, και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο, γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετρο­πόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι, το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαη­δούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: 

- Σώπα, δάσκαλε, φώναξε, σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο