Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Παιδιά

"Ήτανε δύσκολοι καιροί
κι εμείς ξεπετασάρια"

"Τ' άστρο του νοτιά", Χαΐνηδες

Στην Κρήτη, ξεπετασάρι λέμε το πουλί που μόλις έχει αρχίσει να ξεπετάγεται, μόλις έχει αρχίσει να στέκεται στα πόδια του.

Μέσα σε δύσκολους καιρούς, για την ακρίβεια με τον καιρό να' ναι κόντρα, τα ξεπετασάρια αυτής της πολής, αυτής της χώρας, βγήκαν στο δρόμο. Για να διαδηλώσουν κατά της βίας, κατά της καταστολής. Να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση στην παιδεία, για τα σάπια σχολεία, με τους μουχλιασμένους τοίχους και τα μουχλιασμένα μυαλά.

Αλλά κατά την άποψή μου, βγήκαν στο δρόμο για να διεκδικήσουν τα δικαιώμά τους στην ύπαρξη. Να φωνάξουν σε όλους εμάς ένα ξεκάθαρο "ΥΠΑΡΧΩ". Γιατί καθώς απομακρυνόμαστε από την παιδική ηλικία, ξεχνάμε ότι εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε παιδιά ή ακόμα-ακόμα ότι υπάρχουν παιδιά. Και κυρίως, ότι έχουν διαφορετικές ανάγκες από εμάς.

Να φωνάξουν προς τους πολιτικούς και την πολιτική. Το αντικείμενο κάθε εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, κάθε σχεδίου για την παιδεία, που εξυφαίνεται σε υπουργεία από γραφειοκράτες, είναι υποκείμενο και είναι ο μαθητής.

Να φωναξουν προς τους δασκάλους τους, ότι οι μαθητές που έχουν κάτω από την έδρα τους είναι παιδιά, δεν είναι ένας κουβάς γνώσης, που πετάς μέσα ότι κι εσύ θυμάσαι από τότε που ήσουν στο πανεπιστήμιο και έπινες στις μπουάτ της Πλάκας.

Να φωνάξουν προς τους γονείς τους τους ίδιους. Να τους πουν ότι δεν είναι αυτοκίνητα που μπορούν να τα παρκάρουν το πρωί στο σχολείο, το απόγευμα στο φροντιστήριο, στα γαλλικά, στο πιάνο, στο μπαλλέτο, στην κιθάρα, στο κολυμβητήριο, στο καράτε... Κι αυτό γιατί δουλεύουν για να τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.
("Μα για ποιον δουλεύω; Για μένα δουλεύω; Για σένα δουλεύω!". Από ένα καλύτερο μέλλον, προτιμότερο ένα καλύτερο παρόν)

Να φωνάξουν προς όλους εμάς ότι υπάρχουν ακόμα παιδιά. Ότι ζουν στο σήμερα, ότι έχουν μια διαφορετική οπτική γωνία να βλέπουν την πραγματικότητα από αυτή που έχουμε εμείς ως ενήλικες, ή που είχαμε εμείς ως παιδιά. Να μας θυμίσουν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει, να μας πουν ότι το παρόν μας έχει ήδη ξεπεράσει.

Αλλά κυρίως μας πέταξαν μέσα στα μούτρα ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που μπορούν να ονειρεύονται.

ΥΠΑΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΟΝΕΙΡΑ. Και γι' αυτά τα παιδιά υπάρχει ακόμα η ελπίδα ότι μπορούν ν' αλλάξουν τον κόσμο! Ότι η σημερινή καθεστηκυία τάξη δεν είναι τέλεια, ότι πρέπει να αλλάξει, να βελτιωθεί, να μεταλλαχθεί. Ότι με το χρήμα δεν μπορείς να εξαγοράσεις τα πάντα.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΟΡΑΜΑ. Για μια κοινωνία δικαιότερη, όπου δεν θα υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους επειδή έχουν άλλο χρώμα ή επειδή έρχονται από μια ξένη χώρα. Για μια κοινωνία που δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους, ανεξάρτητα αν έχουν μπάρμπα στην Κορώνη.


Χαίρομαι που ακόμα υπάρχει παλμός στους νέους. Χαίρομαι που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν σ' ένα καλύτερο μέλλον. Χαίρομαι που υπάρχει ακόμα Όνειρο και Όραμα.

Γιατί το δικό μου όνειρο έχει αρχίζει να ξεθωριάζει... Και το όραμά μου έχει "κοντύνει" πολύ για να μπορέσει να ενταχθεί στην "πραγματικότητα"...

Καλή τύχη και καλή ζωή.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

ΟΡΓΗ

Απόψε, μια ΜΑΝΑ κλαίει το ΓΙΟ της στο νεκροκρέβατό του. Αύριο-μεθαύριο θα τον παραδόσει στα σπλάχνα της ΓΗΣ.

Κι ΑΥΤΟΙ, οι ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ, οι ΑΡΜΟΔΙΟΙ, κοιμούνται μακάριοι στα κρεβάτια τους. Για μια νύχτα ακόμα. Και θα ζήσουν να αντικρίσουν μια ακόμα αυγή.

ΓΙΑΤΙ;;;

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Εμένα οι φίλοι μου

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς
Κάνουν ό,τι λάχει
Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών
Φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
Αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
(x2)

Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη
Που πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας
Αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά κοστούμια, σημάδια από κάφτες
περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές
Κολπίτιδες...
Ερωτεύονται ομοφυλόφιλους...
Κρυπτομονάδες...
Καθυστέρηση...
Το τηλέφωνο...
Σπασμένα γυαλιά...
Το ασθενοφόρο...
Κανείς...

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
(x2)

Κάνουν ό,τι λάχει
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
Γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Οι φίλοι μου ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα
Γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
Γράφουν σε συνθηματική γλώσσα
Γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Και σύρματα
Στο λαιμό σας
Στα χέρια σας
Οι φίλοι μου...

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
(x2)



Για μένα, που μέχρι προχθές, δεν ήξερα ποια είναι η Κατερίνα Γώγου και ότι αυτό το τραγούδι, που το λατρεύω, είναι ένα μελοποιημένο δικό της ποίημα...

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Γέλιο

Μιας και όλα πάνε καλά σήμερα (χτες δηλαδή, μιας και το σήμερα έγινε ήδη χτες...), είπα να αφήσω στις αράδες ετούτες κάποιες σκέψεις που με βασανίζουν χρόνια...

Γενικότερα, έχω βασανιστεί πάρα πολύ από τις σκέψεις μου! Με χτυπάνε τρις καθ' εκάστην, πρωί, μεσημέρι και βράδυ με σαράντα βουρδουλιές στην πλάτη!

Και ως βασανισμένος άνθρωπος που είμαι, θέλω να μοιραστώ την ιστορία του γέλιου.

Όσοι άνθρωποι με γνωρίζουν θα νομίζουν ότι γελώ συχνά και ότι κάθε πρωί πίνω ένα μπουκάλι χαμογελέξ και βγαίνω έξω! Είναι ωραίο να χαμογελάς! Σου φτιάχνει τη μέρα! Φτιάχνει τη μέρα των άλλων! Ομορφαίνει τον κόσμο γύρω μας...

Όσοι άνθρωποι με γνωρίζουν καλά, θα ξέρουν ότι γελώ σπάνια. Το πραγματικό, το πηγαίο γέλιο θέλει μια ευτυχία που εγώ δεν έχω κατακτήσει ακόμα. Και είναι ελάχιστες οι στιγμές εκείνες που μπορώ να ακουμπήσω ψύγματά της και να γελάσω.

Το εντυπωσιακό είναι πώς όλοι έχουν δίκιο! Γελάω συνεχώς και σπάνια. Γενικότερα έχω μια παράξενη σχέση με το γέλιο... Ερωτική...

Και αυτή είναι η ιστορία που θέλω τελικά να διηγηθώ. Το πώς απέκτησα τη σχέση αυτή με το γέλιο.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Κάνεις πια δε θυμάται πόσα. Ίσως 5, ίσως 6 αλλά στην περίπτωση αυτή ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Είναι μια νύχτα ενός Νοέμβρη σαν και τούτου, ταραγμένου και παράξενου, σε ένα μικρό σπίτι στου Ζωγράφου, καθόμαστε για ώρα απέναντι, μιλάμε χωρίς λόγια. Κάποια στιγμή, Εκείνη μου λέει "δε μου γελάς πια...". Σάστισα. Πάγωσα. Είχε δίκιο. Απρόσμενη κουβέντα, αλλόκοτο το ρήμα αλλά και πάλι Εκείνη δεν ήταν ποτέ προβλέψιμη. Είχε δίκιο. Μέσα στον αχό των δικών μου προβλημάτων, είχα πάψει να της γελάω.
Μια μέρα εκείνου του Νοέμβρη, έκλεισε την πόρτα φεύγοντας και το τελευταίο πράγμα που μου είπε ήταν "Να γελάς...".

Αλλά επειδή σπάνια μπορώ να γελάω, προσπαθώ να γελάω όσο πιο συχνά γίνεται. Και κυρίως, προσπαθώ να προκαλέσω το γέλιο στο πρόσωπο των ανθρώπων που έχω απέναντί μου. Θέλω να βλέπω χαμόγελα γύρω μου. Γιατί πονάει πολύ να σου στερούν το χαμόγελο. Είναι βίαιο. Είναι άδικο.

Γι' αυτό την επόμενη φορά που θα με δεις, χαμογέλα μου... Στο γέλιο σου, βρίσκω τον εαυτό μου... Στο γέλιο σου, πολλές φορές, θυμάμαι Εκείνη. Και γελώ κι εγώ πραγματικά.

Ελπίζω να γελάς εκεί που είσαι... Με την καρδιά σου... Με την καρδιά μου...

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Γιουσουρούμ

Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες
και μεντεσέδες κρατάνε τη γη
γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες
και στον κουβά τους αράζεις εσύ
αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή
αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί
και η ελπίδα μας έχει θαφτεί
σαν τον Ντορή μέσ' στο παχνί.

Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα
μ' ένα τικ τακ μου ματώνει τ' αυτιά
όλα με πρόγραμμα όλα με σχέδιο
πρωτοκολλήσανε τον έρωτα
και θες να πετύχω με μια μπαταριά
χίλια φλουριά, χίλια φλουριά
για να σου χαρίσω μαντάτα καλά
να 'χεις αγάπη μου λεφτά.

Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους
και μουρουνόλαδο για τα παιδιά
κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους
και θυσιάστηκες πατριωτικά
σου στέλνω μύνημα μ' ένα ταμ ταμ
να μαγειρεύεις με βιτάμ
κι ήσουνα γόησα κι έκανες μπαμ
κι εγώ σε ψάχνω στο χαμάμ.

Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας
στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή
συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του
κι η φαντασία μας έχει χαθεί
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνα
και τα μεγάφωνα στη διαπασών
χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα
κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν
ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ
ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

Ω εποχή μού θυμίζεις τον Καίσαρα
κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν
κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα
τα τροχοφόρα με προσπερνούν
φεύγω να πάω να βρω στο Μπανκόγκ
τον σύντροφό μου τον Κινκ-Κονκ
μές στο μυαλό μου βαράνε τα γκόγκ
μοιάζω με μπάλα του πινκ-πογκ

Μας εκτελούνε με σφαίρες ντούμ-ντούμ
σφαίρες ντούμ-ντούμ, σφαίρες ντούμ-ντούμ
κι εμείς ξεπουλιώμαστε στο γιουσουρούμ
ταρατατατζούμ για ένα κουστούμ.



Tribute to a legend...