Κι έτσι, ένα πρωί Τετάρτης, σκόρπιες σκέψεις οδηγούν στον Παύλο.
Αν ο Παύλος ζούσε σήμερα, θα ήταν ετών 60. Αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να τον φανταστεί μεσήλικα; Θα μπορούσε ο ίδιος να φανταστεί τον εαυτό του μεσήλικα;
Ηδονικές, όλο θλίψη οι ώρες ετούτες της ψιλής βροχής, σα να βρέχεται η ψυχή σου η πεταλούδα και βουλιάζει στο χώμα. Έρχουνται στο νου σου όλες οι πικρές θύμησες, οι στερνιασμένες στην καρδιά σου - χωρισμοί από φίλους, χαμόγελα γυναικών που έσβησαν, ελπίδες που μάδησαν σαν πεταλούδες κι αυτές, και τους απόμεινε μονάχα το σκουλήκι. και το σκουλήκι αυτό σούρνεται τώρα στα φύλλα της καρδιάς σου και τα τρώει.
"Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" Νίκος Καζαντζάκης
Πολλά σκεφτόμουν να γράψω για να περάσει αυτή η γλυκιά ανοιξιάτικη πανσέληνος. Αλλά αισθάνομαι μικρός. Κι έτσι θα παραθέσω ένα απόσπασμα, μέρους του προλόγου, από την "Ασκητική" του μεγάλου δασκάλου Ν. Καζαντζάκη.
"Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία."
Κάθε στιγμή πεθαίνουμε, κάθε στιγμή γεννιούμαστε, κάθε στιγμή ζούμε...
Πάω κι εγώ να συνεχίσω την ανάγνωση του "Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" του δασκάλου. Είναι ο μεγαλύτερος ύμνος στη ζωή και τη γυναίκα που διάβασα ποτέ.
Μαλακωδώς ευησυχασθής επί μακρόν ο καλλιτέχνης επανεξετάζει την κατάσταση πριν ξεχαστεί εκ νέου.
Τα γόνατά μου κάνουν χρίτσι-χρίτσι. Μεγαλώνω. Το χάνω κάθε χρόνο το παιχνίδι με το χρόνο.
Μετακόμιζα θυμάμαι μ' ένα αμάξι Τώρα όλα τα ζητώ για να ' μαι εντάξει. όλα δικά μου κι όλα σ' άλλους τα χρωστώ και τα πληρώνω.
Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά.
Ασπρίζουν τα μαλλιά μου κάθε μέρα. Μεγαλώνω. Τα ίδια είχε πάθει κι ο μπαμπάς μου σ' άλλο χρόνο.
Τα παιδιά με λένε κύριο Αλκίνοο. Με ενοχλεί μα τελευταίως το καταπίνω. Θα 'ρθει σε λίγο η καρδιά και τα λεφτά και να μην πίνω.. Αααααα....
Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά.
Αυριανό ραμολιμέντο μου συγχώρα τη σπατάλη συγχώρα με την ώρα που θα δίνεις τη σκυτάλη.
Πόσο αφελής θα μοιάζω στα δικά σου μάτια σαν θα σου κόβουν το τσιγάρο και τ' αλάτια. Η αθανασία με ξεγέλασε μου πήρε το κεφάλι.
Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά.
Όταν θα λέω, πως χάθηκαν όλα στο "κάθε μέρα" Κανείς δε ζει να τον θαυμάζω. Ξένος, στον αδυσώπητο χαβά της ανθρωπότητας ο Χατζιδάκις μοιάζει στην προϊστορία κι αντικατάσταση δεν έγινε καμία Χρόνια μετά τις κηδείες των παλιών όταν δεν θα μπορώ να γράψω ούτε τ' όνομά μου, τα τραγουδάκια που άφησα για αργότερα θα με κοιτούν να φεύγω και θα γκρινιάζουν σαν γέροι που δεν έζησαν τότε θα ξέρω πως:
Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά.
Ο γερο - Γλαύκος διάβασε σε ένα τοίχο "ο χρόνος ο πανδαμάτωρ" κι έκλαψε σαν παιδί. Και ήταν παιδί.