Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Εντροπία

Περνάει ο καιρός.
Καμιά φορά, στρέφω πίσω το κεφάλι κι αντικρίζω την κατηφόρα.
Πόσο δελεαστικό να παρασυρθείς από την εντροπία;
Γυρίζω γρήγορα το κεφάλι μπροστά και συνεχίζω την ανάβαση.
Περνάει ο καιρός.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις


Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα

Τίτος Πατρίκιος

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Επιφάνια 1937

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογισθώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.



νοσταλγία < αρχ. ελλ. νόστος (=επιστροφή) + άλγος (=πόνος). Είναι δηλαδή ο πόνος που προκαλείται από την ανικανοποίητη λαχτάρα του γυρισμού.

Στους νοσταλγούς λοιπόν...


Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Καλοκαίρι 2012

Οι καλοκαιρινές διακοπές έλαβαν τέλος. Το συμπέρασμα αυτών:

Η μοναξιά είναι βίωμα, όχι γεγονός.

Ακόμα κι αν είσαι ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους, αν δεν είσαι με τους ανθρώπους που θες, πάλι μόνος σου είσαι.

Καλό φθινόπωρο. Ακολουθεί πάντα μετά το καλοκαίρι.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Τ' όνομά μου είναι Ελένη


Στο "Λιβάδι που δακρύζει", ο Αγγελόπουλος βάζει την Ελένη να πει μέσα σε ένα παραλήρημα τα παρακάτω:

"Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...
Αλλάζουν οι στολές... Φοράς γκρίζα, φύλακα;... Φύλακα, φοράς μαύρα;...
Το όνομά μου είναι Ελένη.
Είμαι εδώ για περίθαλψη αντικαθεστωτικού.

Πού με πάτε τώρα;

Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...
Αλλάζουν οι στολές... Πράσινη ο Γερμανός... Είσαι Γερμανός, φύλακα;
Τ’ όνομά μου είναι Ελένη.
Είμαι εδώ για απόκρυψη αντιστασιακού.

Πού με πάτε τώρα;

Ήμουνα κι εγώ το Δεκέμβρη του '44 στην πλατεία που γιόρταζε την Απελευθέρωση.

Πού με πάτε τώρα;

Αλλάζουν οι στολές... Είσαι Εγγλέζος, φύλακα;
Πόσο κάνει η σφαίρα; Πόσο το αίμα;
Όλες οι στολές ίδιες, φύλακα...
Φύλακα!
Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου...

Πού με πάτε τώρα;

Τ’ όνομά μου είναι Ελένη. Είμαι εδώ για απόκρυψη τραυματία αντάρτη.

Ναι, φύλακα! Είμαι εξόριστη. Είμαι πρόσφυγας και εξόριστη από παντού... Ένα κορίτσι τριών χρονών που κλαίει στην προκυμαία...

Δεν έχω νερό... Δεν έχω σαπούνι... Δεν έχω χαρτί να γράψω στα παιδιά μου..."

Πολλά θέλω να πω μα δε θα πω τίποτα. Η Ελένη, μέσα στο παραλήρημα της, κατάφερε να περιγράψει τριάντα χρόνια νεοελληνικής ιστορίας. 

"Είμαι πρόσφυγας και εξόριστη από παντού..."